Κείμενο Πέτρου Γάλλια : » Είμαι Κερκυραίος»

27

Γράφει ο Πέτρος Γάλλιας:

«Είμαι Κερκυραίος» σημαίνει πως γεννήθηκα σ’ αυτόν τον τόπο και οι πρώτες μου εικόνες, οι πρώτοι ήχοι, οι πρώτες μνήμες – τότε που διαμορφώνονταν αυτό που είμαι – είναι αυτός ο τόπος. Η γλώσσα μου – το ιδίωμα μου – δεν είναι για μένα μέσο επίδειξης ή διαφοροποίησης ή καπρίτσιο. Η γλώσσα μου η τραγουδιστή, όπως και το χοροπηδητό περπάτημά μου – είναι εγώ.

Είμαι Κερκυραίος γιατί στα εφτά μου γράφτηκα στη «μουσική». Γιατί στα οκτώ μου έπαιξα για πρώτη μου φορά πνευστό όργανο. Γιατί όταν η μάνα μου με αποχαιρέτισε στα εννιά μου, μου έδωσε δώρο πολύτιμο, το πρώτο μου πιάνο. Γιατί όταν εκείνη έφυγε, ζήτησα από τον πατέρα μου να κάνω χορό. Και αυτό καθόλου παράταιρο ή περίεργο δεν ακούστηκε. Και κανέναν δεν ξένισε στην πόλη μου. Γιατί το να κάνει μπαλέτο ένα αγόρι στα εννιά του σ’ αυτόν τον τόπο είναι λόγος θαυμασμού. Και εκτίμησης.

Είμαι Κερκυραίος σημαίνει ότι και εγώ όπως και η πλειονότητα των παιδιών του τόπου μου, στα οκτώ μου ήξερα ποιος είναι ο Σοπέν. Ποιος ο Μπετόβεν. Ο Αλμπινόνι. Ο Βέρντι. Ο Βάγκνερ. Ο Φάντσιο. Ο Σαμάρας. Και από τα εννιά μου έπαιζα έργα τους σε λατανίες. Σε παρελάσεις. Σε συναυλίες στο θέατρό μας. Ή στο Πάρκο της πλατείας μας. Γιατί ήξερα από παιδί τη διαφορά της μάρτσιας «Funabre» από την «Trionfale» ακόμα και αν μέσα μου είναι πάντα τόσο αλληλένδετες. Τόσο ένα με την ίδια την κυκλοθυμική – αλλά πάντα τεράστια – ψυχή μου.

Είμαι Κερκυραίος γιατί μεγάλωσα σε μια πανέμορφη πόλη. Δώρο των κατακτητών της. Των Ενετών. Των Γάλλων. Των Άγγλων. Των Ρώσων. Που προίκισαν την πόλη μου. Με κτήρια μεγάλα. Με αψίδες. Και καμάρες. Και σπίτια ψηλοτάβανα – που χωράνε τα πάθη μου και τις εκρήξεις μου. Που τα κτήρια είναι τόσο κοντά το ένα με το άλλο. Αγκαλιαστά. Που είναι σαν ένα. Όλα μαζί. Που στα καντούνια χαίρομαι να περπατώ και να χάνομαι. Ναι, χαίρομαι πάντα όταν χάνομαι. Και με κάστρα. Μεγάλα. Βενετσιάνικα. Με θυρεούς. Και λιοντάρια. Βενέτικα.

Μεγάλωσα στην πόλη που το Βυζάντιο αντάμωσε τη Δύση. Και που εδώ συνέχισε να ζει. Και να καρπίζει. Όταν στην άλλη Ελλάδα σιωπούσε. Γιατί στο νησί μου δεν πάτησε πόδι Οθωμανός. Ούτε μια μέρα. Και οι κατακτητές του τόπου μου γέμισαν την πόλη μου με βιβλιοθήκες. Όπερες. Παλάτσα. Και Κάστρα. Και ξέρω ότι ναι μεν δεν τα έφτιαξαν για μένα. Αλλά είμαι εγώ που τα κληρονόμησα. Οι φτωχοί. Και οι υπόδουλοι. Σε όλο τον κόσμο. Τον άδικο. Ζουν από τα ψίχουλα των αφεντάδων. Έτσι είναι. Μόνο που τα ψίχουλα των αφεντάδων του τόπου μου ήταν όπερες. Και βιβλία. Και πίνακες ζωγραφικής. Και αγάλματα. Που γέμισαν την πόλη μου τέχνη. Και Αναγέννηση. Και Μπαρόκ.

Στον τόπο μου δεν πάτησε Οθωμανός. Και έτσι μπόρεσε ελεύθερος, ελεύθερα να μιλήσει για την Ελευθερία ο Σολωμός. Και ελεύθερα να την τραγουδήσει ο Μάντζαρος. Και ελεύθερα να την οραματιστεί ο Καποδίστριας. Να την ζωγραφίσει ο Προσαλέντης.

Και γεννήθηκα στον τόπο που Χριστιανοί και Εβραίοι ζούσαν αιώνες μαζί. Και στο σπίτι μου κάναμε πράξη «την ένωση των εκκλησιών». Ορθόδοξοι από τη μάνα μου. Καθολικοί από τον πατέρα μου. Και ποτέ δεν διαφωνήσαμε. Και νιώθαμε αυτονόητο να πηγαίνουμε μαζί τη μια Κυριακή στο Ντόμο. Και την άλλη στον Άγιο μας. Και εγώ να ντύνομαι παπαδάκι πότε στον Ντόμο και πότε στην Αγία Τριάδα.

Και στις εκκλησιές μας, ψάλαμε πολυφωνικά. Και είχαμε αρμόνια. Και εκκλησιαστικά όργανα. Ακόμα και μπάντες στη γιορτή Του Αγίου μας. Μέσα στην εκκλησιά Του. Με το «τα σα εκ των σων» έπαιζε και μία από τις Φιλαρμονικές στη Χάρη Του. Άλλη κάθε μέρα. Κάθε που ήταν στη Θύρα Του.

Στην πόλη μου όλα είναι αλλιώτικα. Μέχρι την εφηβεία μου δεν είχα ακούσει αμανέ. Πολύ αργότερα ήρθε στο νησί μου ο ήχος του μπουζουκιού.

Και το Πάσχα! Αχ το Πάσχα μου! Με τις Βυζαντινές τελετουργίες. Τις λιτανείες. Τους επιτάφιους. Τους μπότιδες. Το μαστέλο. Τις κολομπίνες. Το αυγολέμονο. Τα Βενετσιάνικα έθιμα.

Είμαι Κερκυραίος γιατί αγαπάω τον Κύπριο Άγιο Πολιούχο μου. Και την Βυζαντινή Αυτοκράτειρα προστάτιδά μου. Και ας τους γκρινιάζω. Όπως στο Αρχαίο Δράμα. Που οι θνητοί μαλώνουν με τους θεούς τους.

Είμαι Κερκυραίος γιατί χαμογελάω. Ακόμα και όταν είμαι πικραμένος. Είμαι Κερκυραίος γιατί ξέρω καλά, πως κάποια χαμόγελα και κάποιες αγκαλιές, γίνονται μαχαιριές πισώπλατες όταν περάσω. Αλλά χαμογελάω ακόμα και στον πόνο μου.

Και ξέρετε κάτι; Όλους αυτούς που δεν «μιλούν» τη γλώσσα μου, ακόμα και αν την χρησιμοποιούν με δεξιότητα, τους χαίρομαι στο νησί μου. Και ας το βρίζουν. Δεν λένε να φύγουν. Κατηγορούν. Αλλά χαίρονται τις ομορφιές του. Και απολαμβάνουν την τρέλα του.

Και όσους δεν νιώθουν τη ψυχή μου, τους συγχωρώ. Και αυτούς που φτύνουν πίκρα, τους καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω την αμηχανία τους. Δεν είναι εύκολος ο τόπος μου. Είναι ιδιαίτερος. Σαν την ψυχή μου. Και κάποιους «κερκυραίους κουλτουριάρηδες» που σιγοντάρουν και δείχνουν με το δάχτυλο τον τόπο μου και τα στραβά του. Και εκείνους του καταλαβαίνω. Και τους συμπονώ. Είναι πολύ πικρό να νιώθεις λίγος στον τόπο σου.

Ο τόπος μου είναι όμορφος. Ακόμα και στην παρακμή του. Και είναι ευλογημένος. Και οι άνθρωποι του είμαστε όμορφοι. Και ευλογημένοι.

Και δεν είμαι τυφλός. Βλέπω. Γνωρίζω τα τεράστια ελαττώματα του. Και τα δικά μας ελαττώματα. Και δεν τα δικαιολογώ. Ούτε τα προσπερνάω. Αλλά αυτά είναι για άλλο κείμενο. Μια άλλη φορά. Σήμερα θέλω να γράψω για αυτά που εγώ χρωστάω στον τόπο μου. Και είναι πολλά. Και σπουδαία. Και καθόρισαν αυτό που είμαι. Στον τόπο μου χρωστάω την αισθητική. Την κουλτούρα. Την αφορμή μου.

Είμαι Κερκυραίος, γιατί όπου και αν βρεθώ, μιλάω για το νησί μου. Για την πόλη μου. Τραγουδώντας. Χαμογελώντας. Περήφανα. Και είναι ηδονή οι αντιδράσεις των ξένων. Ο θαυμασμός τους. Στις ιστορίες μου. Στις φωτογραφίες. Στα βίντεο. Του νησιού μου.

Ξέρω καλά τα στραβά του τόπου μου. Και πρέπει να βάλουμε όλοι πλάτη να τα διορθώσουμε. Να διορθωθούμε. Αλλά αν κάποιος προσβάλει τον τόπο μου. Το νησί μου. Θα έχει να κάνει μαζί μου. Και δεν είμαι εύκολος αντίπαλος. Γιατί είμαι βουρλισμένος. Γιατί είμαι παθιασμένος. Γιατί είμαι Κερκυραίος.

Καλό μας Δεκαπενταύγουστο.

Πέτρος Γάλλιας (Αύγουστος 2019)

Πηγή: https://www.startmediacorfu.gr/kerkyra-eidhseis/kimeno-petrou-gallia-ime-kerkyreos/