Αρχική Πολιτιστικά Παρουσιάστηκε το βιβλίο του Γ. Λαδοβρέχη «Στις ερημιές των άστρων» – Η...

Παρουσιάστηκε το βιβλίο του Γ. Λαδοβρέχη «Στις ερημιές των άστρων» – Η ομιλία του Ν. Παργινού

29

Το βιβλίο του «Στις ερημιές των άστρων» παρουσίασε ο συγγραφέας Γιώργος Λαδοβρέχης το Σάββατο στις 20:00 στην καφετέρια ” Paleo Frourio Cafe ” . Ομιλητές της εκδήλωσης ήταν ο συγγραφέας Νίκος Παργινός, ο Νίκος Λούβρος ποιητής-εκπαιδευτικός.  Ποιήματα από την συλλογή απήγγειλαν  η Αναστασία Γκαργκατζή. Η συγγραφέας κι εκπρόσωπος των Εκδόσεων Ζενίθ, Μελίνα Τούντα απηύθυνε χαιρετισμό. Την εκδήλωση πλαισίωσαν καλλιτεχνικά οι ” Δυο Λαλούν “.,

Η ομιλία Νίκου Παργινού για τις “Ερημιές των Άστρων” του Γιώργου Λαδοβρέχη

Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη τιμή αποδέχθηκα την πρόσκληση του καλού μου φίλου, Γιώργου Λαδοβρέχη, για να πω δυο λόγια για την ποιητική του συλλογή: «Στις ερημιές των άστρων». Είναι μεγάλη η χαρά μου, γιατί τον Γιώργο, τον γνωρίζω αρκετά χρόνια και χαίρομαι πραγματικά μέσα από την καρδιά μου για τούτο του το νέο διάβημα. Είναι μεγάλη η τιμή μου, γιατί με επέλεξε για να σας μιλήσω για την ποίησή του, και να σας μεταφέρω όσα μου προξένησε η ανάγνωση των ποιημάτων του. Πάνω από όλα όμως, δεν σας κρύβω, πως είμαι συγκινημένος γιατί στο πρόσωπο του Γιώργου, που βλέπω αποτυπωμένη την αγωνία & το άγχος από τη μια, αλλά και την χαρά & την ικανοποίηση από την άλλη, βλέπω και τον ίδιο μου τον εαυτό, όταν κι εγώ δειλά – δειλά πριν από κάμποσα χρόνια έκανα τα πρώτα μου βήματα στο λογοτεχνικό στερέωμα. Μια συμβουλή, λοιπόν, Γιώργο μου, αν μου επιτρέπεις, πριν ξεκινήσω, ζήσε τη στιγμή, απόλαυσέ την, σου ανήκει, διώξε το άγχος και την αγωνία και κράτα όλα τα υπόλοιπα.

Ξέρετε, κατά βάθος, εμείς οι συγγραφείς, αν μπορώ να λογιστώ κι εγώ σ’ αυτό το περιώνυμο σινάφι, ζηλεύουμε με πάθος τους ποιητές, και ξέρετε γιατί; Ο πεζογράφος τοποθετεί λέξεις στην καλύτερη δυνατή σειρά. Ο ποιητής, από την άλλη, κάνει κάτι ακόμα πιο μεγαλειώδες. Τοποθετεί τις καλύτερες λέξεις στην καλύτερη δυνατή σειρά. Γι’ αυτό και τους ζηλεύουμε. Γιατί αυτοί μπορούν και λένε αυτό που θέλουν με πέντε αράδες, ενώ εμείς χρειαζόμαστε εξακόσιες σελίδες για να το πούμε, κι αν μας καταλάβουν. Αν μου επιτρέπετε, θα το σχηματοποιήσω ακόμα πιο καλά, χρησιμοποιώντας αυτό που είχε πει ο Γάλλος ποιητής Πωλ Βαλερύ: Η ποίηση είναι για τον πεζό λόγο ό,τι ο χορός για το περπάτημα. Αυτό για να εξηγούμαστε και να μην παρεξηγούμαστε, καθώς καλούμαι απόψε να σας περιγράψω τις χορευτικές κινήσεις ενός πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή στην εκδοτική πίστα υπό τα ακούσματα ενός σύγχρονου προσωπικού χορευτικού ρυθμού, ως φανατικός λάτρης της πεζοπορίας, αφού, χρόνια τώρα, έχω συνηθίσει να χορταίνω από αμέτρητες σελίδες πεζού λόγου κι όχι από μετρημένες λέξεις στη σωστή σειρά.

Πριν λίγες μέρες, έχασε τη μάχη με την επάρατη νόσο, στα 55 του χρόνια, ένας εξαιρετικός σύγχρονος συγγραφέας, ο Ισπανός Κάρλος Ρουίζ Θαφόν, ο οποίος μεταξύ άλλων υποστήριζε ότι: Η ποίηση γράφεται με δάκρυα, η πεζογραφία με αίμα και η ιστορία με αόρατο μελάνι. Πριν πάμε όμως στα δάκρυα της ποίησης του Γιώργου, επιτρέψτε μου, να πάμε πρώτα στον δημιουργό πίσω από τις λέξεις, τον Γιώργο, τον φίλο μας, τον δικό μας άνθρωπο, που απόψε διαβαίνει μια ιδιαίτερη πύλη, κι εκτός από φίλος, αδερφός, πατέρας, συνάδερφος ή συνεργάτης, βαπτίζεται κι επίσημα ως άνθρωπος της τέχνης, καθώς τα γραπτά του, οι μετρημένες λέξεις του, αναδημοσιεύονται και θα γίνονται πλέον κτήμα όλων μας, αλλά και αντικείμενο συζήτησης και κριτικής για όσα μας προξενούν διαβάζοντάς τες. Κι αυτό, πιστέψτε με, είναι το πιο δύσκολο βήμα για έναν δημιουργό, γιατί όλοι κρύβουμε μέσα μας έναν ποιητή, άλλοι κάποιον ταλαντούχο, άλλοι κάποιον που αγκομαχά να εκφράσει με λέξεις αυτό που θέλει, το θέμα όμως είναι να τον πείσεις αυτόν τον κάποιον να βγει στο προσκήνιο και να αποδεχθείς την πρόκληση της ξένης κρίσης σ’ όσα τόλμησες να εκφράσεις στο χαρτί.

Ο Γιώργος, λοιπόν, πέρα και πάνω από όλα, είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος, μετρημένος, ευαίσθητος, συνειδητοποιημένος, καλλιεργημένος, μια προσωπικότητα χαμηλών τόνων, που παρά τις δυσκολίες της ζωής που όλοι μας αντιμετωπίζουμε καθημερινά, συνεχίζει να παλεύει και να μάχεται σε διάφορα επίπεδα τόσο για τα τετριμμένα, όσο και για το κάτι παραπάνω που δίνει ιδιαίτερη αξία στη ζωή μας, για τον πολιτισμό, την παράδοση, την κουλτούρα, την τέχνη. Γνωριστήκαμε πριν από δεκαέξι περίπου χρόνια όταν επιχείρησα να αποκρυπτογραφήσω ένα απωθημένο μου πάθος, τη μαγεία της βυζαντινής μουσικής, και η μοίρα τον έφερε στο κατώφλι μου. Παράλληλα, δεν σας κρύβω, πως μαζί του συνάντησα πέρα από έναν εξαιρετικό μουσικό διδάσκαλο, και μια σειρά από άλλους ενδιαφέροντες ανθρώπους, έναν ιδιαίτερο κόσμο, που μέσω της εκκλησιαστικής μουσικής ξεδιπλώθηκε μπροστά μου. Τον πατέρα Θεμιστοκλή Μουρτζανό, τον Θύμιο, την Μαρία, την άλλη Μαρία (όχι αυτή του Κλοπά), τον Γιώργο, τον Δημήτρη, τον αείμνηστο Γιάννη Βορόπουλο, τον μεγάλο δάσκαλο Σωτήρη Βογιατζόγλου, μια σειρά από σπάνιους ανθρώπους με μεγαλείο ψυχής που πιστέψτε με, δεν μπορώ να συνεχίσω να τους ονοματίζω γιατί θα χρειαστώ όντως εξακόσιες σελίδες. Βίωσα λοιπόν, στο πλευρό του, από κοντά την εκκλησιαστική παράδοση, την προσφορά, την ανιδιοτέλεια, την εγκράτεια, τη συνεργασία, την αρμονία, τον κόπο, την ευχαρίστηση, μα κυρίως το θαύμα της πίστης. Και είμαι εξαιρετικά περήφανος που όποτε μου δοθεί η ευκαιρία, έχω πάντα διαθέσιμη θέση στο ψαλτήρι στο πλευρό του, για να ισοκρατώ (μην φανταστείτε τίποτα περισσότερο) και να συνοδεύω τις ψαλτικές του πορείες στις εκκλησιαστικές μας ακολουθίες.

Λένε πως η ποίηση δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ημερολόγιο που κρατάει ένα θαλάσσιο πλάσμα που ζει στη στεριά και που θα ήθελε να μπορούσε να πετάξει. Μ’ αυτή τη φράση ξεκίνησα να διαβάζω το ποιήματα του Γιώργου. Ο Γιώργος βιώνει την παραγωγική μοναξιά της δημιουργίας, μια μοναξιά που επιχειρεί (φιλόδοξα θα μου πείτε κι έτσι είναι) να αφουγκραστεί μ’ έναν κατά δικό της τρόπο το θείο και να μεταμορφώσει τα πρωτόλεια δάκρυα του δημιουργού σε κάτι ξεχωριστό. Επιχειρεί να συναντήσει εκείνη την άγια ώρα που τα δάκρυά του θα γίνουν αγιασμός και θα δώσουν ουσία στο άψυχο χαρτί που έχει απέναντί του επιδιώκοντας στις εξομολογητικές του λέξεις που μας παραθέτει εκείνη την πολυπόθητη συγχωρητική ευχή. Τα ποιήματά του επιχειρούν πρώτα από όλα, μια βαθιά ενδοσκόπηση στα εσώτερά του, την συμφιλίωση μετρώντας το προσωπικό κόστος παλεύοντας με το ανέφικτο, την επαναφορά, την χαρμολύπη, τη σύγχυση και την επανάκαμψη, τον στρωμένο με αγκάθια δρόμο προς την Ιθάκη, τα ΝΑΙ και τα ΟΧΙ της ζωής του, τις εκκρεμότητες και τους χειρισμούς, το πόσο και το τόσο που μετριέται με τα like του σύγχρονου προσωπείου μας. Η ποίησή του χρησιμοποιεί σε αρκετά σημεία λέξεις από τα ιερά κείμενα της πίστης μας, επηρεασμένος, όπως είναι φυσικό, από το ψαλτήρι που αποτελεί για εκείνον δεύτερη φύση, φιλτράροντάς τες μέσα από μια σύγχρονη οπτική, αφού καταπιάνεται με πολλά σύγχρονα θέματα. Κι έτσι ο ευαγγελικός λόγος γίνεται σύγχρονος, κι αποδεικνύεται για ακόμα μια φορά διαχρονικός ακόμα και μέσα από την ποίησή του. Ο Γιώργος βλέπει την κλεψύδρα της ζωής του να αδειάζει αλλά δεν μένει αμέτοχος και στείρος στην εκούσια μοναξιά του, επιζητεί την ώριμη σιωπή απέναντι στο άγιο δισκοπότηρο, και με πρόσωπο μοναδικό βρίσκει το απαραίτητο θάρρος και μεταλαμβάνει πορεύεται έτσι με τον δικό του τρόπο στους δρόμους του ουρανού για να ξαναβρεί την αθάνατη ώρα του, τη στιγμή που θα του χαμογελάσει εκείνο το όνειρο για να αναστρέψει τη ροή του ποταμού.

Η ποίηση του Γιώργου καταφέρνει και εκπλήττει τον αναγνώστη με κάποια λεπτή υπερβολή και όχι με το ασυνήθιστο. Δημιουργεί την εντύπωση σ’ αυτόν που τη διαβάζει ότι είναι έκφραση των δικών του υψηλών σκέψεων, που μοιάζουν περισσότερο με ανάμνηση, άλλωστε η ποίηση, σύμφωνα με τον Κάρλ Σάντμπουργκ είναι το ανοιγοκλείσιμο μιας πόρτας, αφήνοντας αυτούς που κοιτάζουν να μαντέψουν τι ήταν αυτό που φάνηκε για μια στιγμή. Ο Γιώργος πέρα από την προσωπική του ενδοσκόπηση και ακτινογραφία με τούτη την ποιητική του συλλογή καταπιάνεται παράλληλα και με πολλά και σημαντικά θέματα που αφορούν τον σύγχρονο άνθρωπο, τους μοιραίους της εποχής μας, τη σύγχρονη Ελλάδα, τον κοινωνικό ιστό, με καυστική γραφή. Μα εκείνο που εμβληματικά καθορίζει κάθε του στίχο, επιτρέψτε τούτη την προσωπική ανάγνωση, είναι το αποτύπωμα της αγάπης, της μαγικής ετούτης καταλυτικής δύναμης που μοιάζει να υπερέχει και να δονεί τα πάντα άμεσα ή έμμεσα. Η αγάπη που περιμένει, ο έρωτας που υποβόσκει, η αγάπη που έρχεται και φεύγει, το κορμί που ποθεί. Ο Γιώργος, είναι ένας τολμηρός ταξιδευτής, που ερωτεύεται και δηλώνει την αγάπη του με τους στίχους του, φορά κορώνα στον έρωτα, αναζητώντας τη δίδυμη εκείνη ψυχή που θα τον επαναφέρει στην τάξη. Κι ενώ μοιάζει χαμένος σ’ εκείνες τις άγονες ώρες της οδύνης του, μια νέα κυρίαρχη δύναμη ποτίζει το είναι του, η πίστη. Η πίστη στο θαύμα, στην ευλογία, στην προσευχή, στον σταυρό που κουβαλάμε όλοι μας μέσα μας. Αυτή είναι, η πίστη, που τον γλιτώνει εν τέλει με την πνοή της, αφού ο ουρανός μοιάζει με το πέρασμά της να καταστάλαξε για τα καλά μέσα του χαρίζοντάς του το απαραίτητο εκείνο θάρρος να σκαλίσει τους στίχους του, κι η μοναξιά του γίνεται πλέον σανίδα σωτηρίας καθώς ο στόλος των άστρων αράζει στα μάτια του. Υπάρχουν αδυναμίες στα ποιήματα του Γιώργου; Ίσως με ρωτήσετε. Φυσικά και υπάρχουν, ας μη γελιόμαστε, είναι φυσικό να υπάρχουν, δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς, αλλά δεν είναι της παρούσης να τις αναλύσουμε.

Ζούμε στο μεταίχμιο μιας νέας εποχής που ανατέλλει και φέρνει στη ζωή μας, όπως είναι φυσικό, νέα χαρακτηριστικά. Απ’ τη μια, τα τεχνολογικά επιτεύγματα που μικραίνουν τις αποστάσεις και απ’ την άλλη οι νέοι κανόνες και τα πρωτόκολλα που τις μεγαλώνουν. Θα μάθουμε, που θα πάει, να χαμογελάμε και κάτω από φυσικές μάσκες, παρότι μας έμαθαν να το κάνουμε μόνο κάτω από δανεικά προσωπεία. Θα μάθουμε την αξία της αγκαλιάς φορώντας τα προστατευτικά μας γάντια, παρότι μπορούμε με μια λέξη και μόνο να αγκαλιάσουμε όλο τον κόσμο. Θα μάθουμε να κρατάμε αποστάσεις από τον διπλανό μας, αφού το κάναμε χωρίς εντολές κι ενοχές από τον δοκιμαζόμενο συνάνθρωπό μας. Πιστέψτε με, η λίθινη εποχή δεν τελείωσε επειδή τελείωσαν οι λίθοι. Δημιουργήσαμε νεότητα χωρίς ηρωισμό, γηρατειά χωρίς σοφία και ζωή χωρίς μεγαλείο, έγραψε κάποιος ανώνυμος στον τοίχο ενός ερειπίου. Ο τοίχος βέβαια, γκρεμίστηκε κάποια στιγμή μαζί με το ερείπιο, μα το μήνυμά του παραμένει διαρκές, συντροφεύει ετούτη τη νέα εποχή μας. Υπάρχει ελπίδα σ’ όλα αυτά; Θα με ρωτήσετε. Για μένα, αγαπητοί μου φίλοι, η απάντηση είναι η ποίηση. Γιατί, σε αντίθεση με την επιστήμη και την τεχνολογία, που μας βοηθά να ανακαλύψουμε κάτι καινούργιο κι έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον και την καταναλωτική μανία μας, η ποίηση μας βοηθά να θυμηθούμε όσα ξεχάσαμε.

Ο Αμερικανός συγγραφέας Τζέιμς Μπραντς Κάμπελ έλεγε ότι: η ποίηση είναι η επανάσταση του ανθρώπου ενάντια σ’ αυτό που είναι. Κι έχει δίκιο, γιατί, αν μου επιτρέπετε, μόνο στα όνειρα, την ποίηση και το παιχνίδι φτάνουμε μερικές φορές σε αυτό που ήμασταν, πριν είμαστε αυτό που, ποιος ξέρει τι, είμαστε. Κι ο Γιώργος, βρισκόμενος στις ερημιές των άστρων μάς χαρίζει τη διακήρυξη της δικής του προσωπικής επανάστασης, επιστρέφοντας σ’ αυτό που ήταν, πριν γίνει αυτό που, ποιος ξέρει τι, έγινε. Γιώργο μου, να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σου, να συνεχίσεις να γράφεις και να μας χαρίζεις τις μετρημένες στη σωστή σειρά λέξεις σου. Εγώ πάντως, να ξέρεις, χάρηκα και με το παραπάνω το ιδιαίτερο ταξίδι που μου πρόσφερες.

Θα κλείσω επιστρέφοντας σε όσα σας είπα στην αρχή της ομιλίας μου. Δεν χρειάζεται να παίρνετε τις μετρητοίς όλα όσα σας αραδιάζω, άλλωστε σας είχα προειδοποιήσει, ποτέ μην εμπιστεύεστε έναν πεζογράφο όταν σας μιλά για ποίηση. Εμείς ξεκινάμε να γράφουμε συγκεντρωμένοι σε έναν στόχο, να φτάσουμε κάπου βρε αδερφέ, άλλοτε με γοργό βήμα, άλλοτε κάνοντας στάσεις, άλλοτε με αργό βηματισμό, περιγράφοντας όλα όσα βιώνουμε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Μα το βασικό είναι πως κάπου θέλουμε να πάμε, η διαδρομή μας έχει αρχή, μέση και τέλος. Ο βραβευμένος με Νόμπελ το 1923 Ιρλανδός ποιητής Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς υποστήριζε πως: Ό,τι μπορεί να εξηγηθεί δεν είναι ποίηση. Έτσι κι ο χορός, θα συμπληρώσω εγώ. Πέστε μου, αλήθεια, είναι ανάγκη ο χορός να έχει κάποιο νόημα; Χορεύεις απλά επειδή το ευχαριστιέσαι.Σας ευχαριστώ.

Πηγή: www.kerkyrasimera.gr